Πυκνώνουν οι ενδείξεις ότι η περίοδος της σχεδόν απόλυτης διπλωματικής απομόνωσης ενδέχεται να δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, όπου η επικοινωνία θεωρείται αναγκαία ακόμη και μεταξύ πλευρών που βρίσκονται σε βαθιά αντιπαράθεση
Η συνάντηση της Christine Lagarde με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών Anton Siluanov και το ανοιχτό ενδεχόμενο παρουσίας του Vladimir Putin στη Σύνοδο της G20 στο Μαϊάμι δημιουργούν μια νέα εικόνα στις σχέσεις Μόσχας και Δύσης.
Παρά τις βαθιές διαφωνίες για την Ουκρανία, οι δίαυλοι επικοινωνίας φαίνεται ότι αρχίζουν σταδιακά να ενεργοποιούνται.
Μπορεί ο πόλεμος στην Ουκρανία να συνεχίζεται και οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση να παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, ωστόσο ορισμένες διπλωματικές κινήσεις των τελευταίων ημερών δημιουργούν την αίσθηση ότι κάτι αρχίζει να μεταβάλλεται στο παρασκήνιο.
Δεν πρόκειται ακόμη για πολιτική συμφιλίωση ούτε για ουσιαστική αλλαγή των δυτικών θέσεων απέναντι στη Μόσχα.
Πρόκειται, όμως, για ενδείξεις ότι η περίοδος της σχεδόν απόλυτης διπλωματικής απομόνωσης ενδέχεται να δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, όπου η επικοινωνία θεωρείται αναγκαία ακόμη και μεταξύ πλευρών που βρίσκονται σε βαθιά αντιπαράθεση εν όψει των κρίσιμων προβλημάτων που έχουν προκαλέσει στην παγκόσμια οικονομία οι γεωπολιτικές αναταράξεις.
Η συνάντηση Lagarde – Siluanov και ο συμβολισμός της
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, η συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών που, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες επικαλείται το Bloomberg, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Οκτωβρίου στην Μπανγκόκ μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Christine Lagarde, και του Ρώσου υπουργού Οικονομικών, Anton Siluanov.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο των εργασιών του ανώτατου συμβουλευτικού οργάνου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, χαρακτηρίστηκε από έντονη διαφωνία σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Lagarde φέρεται να ζήτησε από τον Ρώσο υπουργό να μεταφέρει προσωπικά στον Vladimir Putin το μήνυμα ότι ο πόλεμος υπονομεύει την ευημερία και ότι η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει συνθήκες ειρήνης.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία της συνάντησης δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο της διαφωνίας όσο στο ίδιο το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε.
Από το 2022, η πρόεδρος της ΕΚΤ είχε επιλέξει, μαζί με άλλους Ευρωπαίους αξιωματούχους, να αποχωρεί από διεθνείς συνεδριάσεις στις οποίες συμμετείχε η ρωσική αντιπροσωπεία, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίθεσή της στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τώρα, αντί της αποχώρησης, επιλέγεται η απευθείας συνομιλία.
Το μήνυμα από τη Μόσχα για τη G20
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο στοιχείο ενισχύει την εικόνα μιας ενδεχόμενης διπλωματικής κινητικότητας.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, δήλωσε τη Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 ότι δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin θα συμμετάσχει προσωπικά στη Σύνοδο Κορυφής της G20 στο Μαϊάμι.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο με σημαντικό πολιτικό και συμβολικό βάρος.
Ενδεχόμενη παρουσία του Putin σε μια μεγάλη διεθνή σύνοδο επί αμερικανικού εδάφους θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη μεταβολής του διπλωματικού κλίματος, ιδιαίτερα εάν συνοδευόταν από επαφές υψηλού επιπέδου.
Βεβαίως, η μη λήψη απόφασης δεν ισοδυναμεί με επιβεβαίωση συμμετοχής.
Ωστόσο, το γεγονός ότι το Κρεμλίνο δεν αποκλείει δημοσίως αυτό το σενάριο διατηρεί ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω διπλωματικές διεργασίες.
Από την απομόνωση στον πραγματισμό;
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η πλήρης απουσία διαλόγου περιορίζει τις δυνατότητες διαχείρισης κρίσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πυρηνικές δυνάμεις, την ενεργειακή ασφάλεια, τις διεθνείς αγορές και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, χωρίς να συνεπάγεται άρση κυρώσεων, υποχώρηση από πολιτικές αρχές ή εγκατάλειψη της στήριξης προς την Ουκρανία.
Η οικονομική διάσταση είναι επίσης καθοριστική.
Ο παρατεταμένος πόλεμος επιβαρύνει τις δημοσιονομικές προοπτικές, επηρεάζει τις επενδύσεις και συντηρεί γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Lagarde επέλεξε να συνδέσει το μήνυμά της προς τη ρωσική ηγεσία με την οικονομική ευημερία και την ανάπτυξη σε συνθήκες ειρήνης.
Η Ουκρανία παραμένει το μεγάλο εμπόδιο
Παρά τις ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει διαφορετική.
Ρωσία και Ουκρανία συνεχίζουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις εκατέρωθεν επιθέσεις, ενώ δεν διαφαίνεται, με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες, κάποια άμεση συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Παράλληλα, ο Ουκρανός πρόεδρος Volodymyr Zelensky δήλωσε την Κυριακή 18 Οκτωβρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει εκ νέου να μοιράζονται πληροφορίες με το Κίεβο, έπειτα από μια περίοδο διακοπής της σχετικής συνεργασίας.
Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό παράγοντα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και ότι οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης με τη Μόσχα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις θεμελιώδεις διαφωνίες για τον πόλεμο.
Σπάει ο πάγος, αλλά η απόσταση παραμένει μεγάλη
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενδέχεται να διαμορφώνεται ένα διαφορετικό διπλωματικό περιβάλλον.
Η απευθείας επικοινωνία της προέδρου της ΕΚΤ με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών και η διατήρηση ανοιχτού του ενδεχομένου συμμετοχής του Putin στη G20 αποτελούν δύο διαφορετικές, αλλά πολιτικά ενδιαφέρουσες εξελίξεις.
Δεν αποδεικνύουν ότι η Ρωσία και η Δύση βρίσκονται κοντά σε μια νέα συμφωνία. Δείχνουν, όμως, ότι η επικοινωνία μπορεί να επανέρχεται ως εργαλείο διαχείρισης της αντιπαράθεσης.
Ίσως, λοιπόν, ο πάγος να μην έχει ακόμη σπάσει ολοκληρωτικά, αλλά να εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές.
Και στη διεθνή διπλωματία, όπου οι μεγάλες αλλαγές συχνά ξεκινούν από μικρές και προσεκτικές κινήσεις, ακόμη και η απόφαση δύο αντίπαλων πλευρών να καθίσουν ξανά στο ίδιο τραπέζι μπορεί να αποκτήσει σημασία.
Το εάν αυτή η κινητικότητα θα εξελιχθεί σε ουσιαστική πολιτική επαναπροσέγγιση θα εξαρτηθεί από τις επόμενες κινήσεις της Μόσχας, της Ουάσιγκτον και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών — και κυρίως από τις εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο.
Η οικονομική διάσταση της επαναπροσέγγισης
Πέρα από τη διπλωματική σημασία των επαφών, υπάρχει και μια ευρύτερη οικονομική πραγματικότητα που καθιστά τον διάλογο μεταξύ Ρωσίας και Δύσης ιδιαίτερα σημαντικό.
Οι κυρώσεις, οι περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές, η αναδιάταξη των ενεργειακών ροών και η δέσμευση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών εκκρεμοτήτων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμεύσει περίπου 210 δισ. ευρώ σε περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, γεγονός που καθιστά το ζήτημα των κυρώσεων και της μελλοντικής διαχείρισής τους κρίσιμο παράγοντα οποιασδήποτε ενδεχόμενης εξομάλυνσης.
Υπό αυτή την έννοια, η επικοινωνία Lagarde – Siluanov αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές αποφάσεις συνδέονται άμεσα με τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η διαφορετική στάση ΗΠΑ και Ευρώπης
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η διαφοροποίηση που καταγράφεται μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.
Σύμφωνα με το Reuters, η υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Erin Browne δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει τη συμμετοχή της Ρωσίας στις συζητήσεις της G20, με το σκεπτικό ότι η επίλυση μιας κρίσης προϋποθέτει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Αντίθετα, στη συνεδρίαση του ΔΝΤ στην Μπανγκόκ, σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι αποχώρησαν όταν πήρε τον λόγο ο Siluanov, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην εξομάλυνση των σχέσεων με τη Μόσχα.
Η Lagarde, ωστόσο, παρέμεινε στην αίθουσα.
Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: από τη μία, την αμερικανική επιλογή διατήρησης του διαλόγου και, από την άλλη, την επιφυλακτικότητα σημαντικού μέρους της Ευρώπης.
Το γεγονός ότι η ρωσική παρουσία επανέρχεται στις διεθνείς οικονομικές συζητήσεις, παρά τις αντιδράσεις, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην εικόνα μιας προσεκτικής και αβέβαιης διπλωματικής επαναπροσέγγισης.
www.bankingnews.gr
Παρά τις βαθιές διαφωνίες για την Ουκρανία, οι δίαυλοι επικοινωνίας φαίνεται ότι αρχίζουν σταδιακά να ενεργοποιούνται.
Μπορεί ο πόλεμος στην Ουκρανία να συνεχίζεται και οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση να παραμένουν σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, ωστόσο ορισμένες διπλωματικές κινήσεις των τελευταίων ημερών δημιουργούν την αίσθηση ότι κάτι αρχίζει να μεταβάλλεται στο παρασκήνιο.
Δεν πρόκειται ακόμη για πολιτική συμφιλίωση ούτε για ουσιαστική αλλαγή των δυτικών θέσεων απέναντι στη Μόσχα.
Πρόκειται, όμως, για ενδείξεις ότι η περίοδος της σχεδόν απόλυτης διπλωματικής απομόνωσης ενδέχεται να δίνει σταδιακά τη θέση της σε μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, όπου η επικοινωνία θεωρείται αναγκαία ακόμη και μεταξύ πλευρών που βρίσκονται σε βαθιά αντιπαράθεση εν όψει των κρίσιμων προβλημάτων που έχουν προκαλέσει στην παγκόσμια οικονομία οι γεωπολιτικές αναταράξεις.
Η συνάντηση Lagarde – Siluanov και ο συμβολισμός της
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, η συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών που, σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες επικαλείται το Bloomberg, πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 17 Οκτωβρίου στην Μπανγκόκ μεταξύ της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Christine Lagarde, και του Ρώσου υπουργού Οικονομικών, Anton Siluanov.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο των εργασιών του ανώτατου συμβουλευτικού οργάνου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, χαρακτηρίστηκε από έντονη διαφωνία σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Lagarde φέρεται να ζήτησε από τον Ρώσο υπουργό να μεταφέρει προσωπικά στον Vladimir Putin το μήνυμα ότι ο πόλεμος υπονομεύει την ευημερία και ότι η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει συνθήκες ειρήνης.
Ωστόσο, η πολιτική σημασία της συνάντησης δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο της διαφωνίας όσο στο ίδιο το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε.
Από το 2022, η πρόεδρος της ΕΚΤ είχε επιλέξει, μαζί με άλλους Ευρωπαίους αξιωματούχους, να αποχωρεί από διεθνείς συνεδριάσεις στις οποίες συμμετείχε η ρωσική αντιπροσωπεία, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την αντίθεσή της στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τώρα, αντί της αποχώρησης, επιλέγεται η απευθείας συνομιλία.
Το μήνυμα από τη Μόσχα για τη G20
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο στοιχείο ενισχύει την εικόνα μιας ενδεχόμενης διπλωματικής κινητικότητας.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, δήλωσε τη Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026 ότι δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση σχετικά με το εάν ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin θα συμμετάσχει προσωπικά στη Σύνοδο Κορυφής της G20 στο Μαϊάμι.
Η τοποθέτηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο με σημαντικό πολιτικό και συμβολικό βάρος.
Ενδεχόμενη παρουσία του Putin σε μια μεγάλη διεθνή σύνοδο επί αμερικανικού εδάφους θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη μεταβολής του διπλωματικού κλίματος, ιδιαίτερα εάν συνοδευόταν από επαφές υψηλού επιπέδου.
Βεβαίως, η μη λήψη απόφασης δεν ισοδυναμεί με επιβεβαίωση συμμετοχής.
Ωστόσο, το γεγονός ότι το Κρεμλίνο δεν αποκλείει δημοσίως αυτό το σενάριο διατηρεί ανοιχτό το πεδίο για περαιτέρω διπλωματικές διεργασίες.
Από την απομόνωση στον πραγματισμό;
Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η πλήρης απουσία διαλόγου περιορίζει τις δυνατότητες διαχείρισης κρίσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πυρηνικές δυνάμεις, την ενεργειακή ασφάλεια, τις διεθνείς αγορές και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, χωρίς να συνεπάγεται άρση κυρώσεων, υποχώρηση από πολιτικές αρχές ή εγκατάλειψη της στήριξης προς την Ουκρανία.
Η οικονομική διάσταση είναι επίσης καθοριστική.
Ο παρατεταμένος πόλεμος επιβαρύνει τις δημοσιονομικές προοπτικές, επηρεάζει τις επενδύσεις και συντηρεί γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Lagarde επέλεξε να συνδέσει το μήνυμά της προς τη ρωσική ηγεσία με την οικονομική ευημερία και την ανάπτυξη σε συνθήκες ειρήνης.
Η Ουκρανία παραμένει το μεγάλο εμπόδιο
Παρά τις ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει διαφορετική.
Ρωσία και Ουκρανία συνεχίζουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις εκατέρωθεν επιθέσεις, ενώ δεν διαφαίνεται, με βάση τις συγκεκριμένες πληροφορίες, κάποια άμεση συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Παράλληλα, ο Ουκρανός πρόεδρος Volodymyr Zelensky δήλωσε την Κυριακή 18 Οκτωβρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει εκ νέου να μοιράζονται πληροφορίες με το Κίεβο, έπειτα από μια περίοδο διακοπής της σχετικής συνεργασίας.
Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό παράγοντα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και ότι οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης με τη Μόσχα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις θεμελιώδεις διαφωνίες για τον πόλεμο.
Σπάει ο πάγος, αλλά η απόσταση παραμένει μεγάλη
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενδέχεται να διαμορφώνεται ένα διαφορετικό διπλωματικό περιβάλλον.
Η απευθείας επικοινωνία της προέδρου της ΕΚΤ με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών και η διατήρηση ανοιχτού του ενδεχομένου συμμετοχής του Putin στη G20 αποτελούν δύο διαφορετικές, αλλά πολιτικά ενδιαφέρουσες εξελίξεις.
Δεν αποδεικνύουν ότι η Ρωσία και η Δύση βρίσκονται κοντά σε μια νέα συμφωνία. Δείχνουν, όμως, ότι η επικοινωνία μπορεί να επανέρχεται ως εργαλείο διαχείρισης της αντιπαράθεσης.
Ίσως, λοιπόν, ο πάγος να μην έχει ακόμη σπάσει ολοκληρωτικά, αλλά να εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές.
Και στη διεθνή διπλωματία, όπου οι μεγάλες αλλαγές συχνά ξεκινούν από μικρές και προσεκτικές κινήσεις, ακόμη και η απόφαση δύο αντίπαλων πλευρών να καθίσουν ξανά στο ίδιο τραπέζι μπορεί να αποκτήσει σημασία.
Το εάν αυτή η κινητικότητα θα εξελιχθεί σε ουσιαστική πολιτική επαναπροσέγγιση θα εξαρτηθεί από τις επόμενες κινήσεις της Μόσχας, της Ουάσιγκτον και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών — και κυρίως από τις εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο.
Η οικονομική διάσταση της επαναπροσέγγισης
Πέρα από τη διπλωματική σημασία των επαφών, υπάρχει και μια ευρύτερη οικονομική πραγματικότητα που καθιστά τον διάλογο μεταξύ Ρωσίας και Δύσης ιδιαίτερα σημαντικό.
Οι κυρώσεις, οι περιορισμοί στις εμπορικές συναλλαγές, η αναδιάταξη των ενεργειακών ροών και η δέσμευση ρωσικών περιουσιακών στοιχείων έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών εκκρεμοτήτων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμεύσει περίπου 210 δισ. ευρώ σε περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, γεγονός που καθιστά το ζήτημα των κυρώσεων και της μελλοντικής διαχείρισής τους κρίσιμο παράγοντα οποιασδήποτε ενδεχόμενης εξομάλυνσης.
Υπό αυτή την έννοια, η επικοινωνία Lagarde – Siluanov αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές αποφάσεις συνδέονται άμεσα με τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η διαφορετική στάση ΗΠΑ και Ευρώπης
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η διαφοροποίηση που καταγράφεται μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.
Σύμφωνα με το Reuters, η υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Erin Browne δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει τη συμμετοχή της Ρωσίας στις συζητήσεις της G20, με το σκεπτικό ότι η επίλυση μιας κρίσης προϋποθέτει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Αντίθετα, στη συνεδρίαση του ΔΝΤ στην Μπανγκόκ, σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι αποχώρησαν όταν πήρε τον λόγο ο Siluanov, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην εξομάλυνση των σχέσεων με τη Μόσχα.
Η Lagarde, ωστόσο, παρέμεινε στην αίθουσα.
Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: από τη μία, την αμερικανική επιλογή διατήρησης του διαλόγου και, από την άλλη, την επιφυλακτικότητα σημαντικού μέρους της Ευρώπης.
Το γεγονός ότι η ρωσική παρουσία επανέρχεται στις διεθνείς οικονομικές συζητήσεις, παρά τις αντιδράσεις, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην εικόνα μιας προσεκτικής και αβέβαιης διπλωματικής επαναπροσέγγισης.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών